Μάζεψε τα νεύρα σου και μάθε να μιλάς στα παιδιά σου με σεβασμό.

Σε όλη την μέχρι τώρα ενήλικη ζωή μου, παρατηρώ τους ανθρώπους με μεγάλο ενδιαφέρον. Μ’ αρέσει να προσπαθώ να αντιληφθώ ποια είναι τα κίνητρά τους για την ζωή ή για κάτι που κάνουν, μέσα από ποια διαδικασία λαμβάνουν τις αποφάσεις τους, ποια κατάλοιπα του παρελθόντος ενδεχομένως να επηρεάζουν την συμπεριφορά τους. Ακόμα και πριν γίνω μαμά, με απασχολούσε συχνά ο λόγος για τον οποίο αποφασίζουν οι άνθρωποι να γίνουν γονείς. Σήμερα, βιώνοντας την μητρότητα και κάνοντας αυτοπαρατήρηση για το πώς λειτουργώ ως γονέας, αναρωτιέμαι: Έχουμε την ικανότητα να κρίνουμε αν κάνουμε για τον ρόλο αυτόν;

Έχω γνωρίσει ανθρώπους που έγιναν γονείς απλώς γιατί αυτή ήταν η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων στην ζωή τους σύμφωνα με το γενικά αποδεκτό από την κοινωνία ως «κανονικό» μοντέλο που πρέπει να ακολουθείται σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Είχαν δηλαδή μια σχέση κάποια χρόνια, μετά είπαν «Αφού είμαστε μαζί καιρό, ας παντρευτούμε» και μετά «Αφού είμαστε παντρεμένοι κάποιο καιρό, ας κάνουμε ένα παιδί». Κατά την προσωπική μου άποψη, αυτή η διαδικασία λήψης της απόφασης, είναι μια μεγαλειώδης μπούρδα(επιτρέψτε μου τον χαρακτηρισμό, μ΄αρέσει πολύ αυτή η φράση), αν δεν συνοδεύεται από την συναίσθηση που έχει καθένας για τον εαυτό του στην κάθε φάση ζωής, αν δεν έχει νιώσει πρώτα από όλα ότι ο ίδιος είναι έτοιμος να προσφέρει αυτά που απαιτεί ο ρόλος του γονέα. Αν γίνεσαι π.χ. μάνα γιατί «ε, αφού τόσο καιρό τραβιόμαστε, ας κάνουμε οικογένεια μαζί», τότε πόσες πιθανότητες πιστεύεις ότι έχεις να στηρίξεις για πολλά χρόνια το οικοδόμημα που πας να χτίσεις; Αν έχεις ακόμα ανάγκη να είσαι κάθε βράδυ έξω με φίλους, να ξενυχτάς, να φεύγεις ξαφνικά για δυο μέρες στην Πάρο και μετά από λίγο για τρεις στο Πήλιο, γιατί πρέπει να υποβάλλεις τον εαυτό σου και το παιδί που θα φέρεις στον κόσμο σε μια δοκιμασία που έχει πολλές πιθανότητες αποτυχίας;

Δεν ισχυρίζομαι ότι όταν γίνεσαι γονέας, πρέπει να μονάσεις και να μην ξαναδείς τον «έξω κόσμο». Όμως, αν δεν αισθάνεσαι ότι είσαι σε φάση εσωτερικά να προσφέρεις την αφοσίωση που απαιτεί η ύπαρξη ενός παιδιού, αν νιώθεις πως δεν είσαι σε θέση να αντέξεις την έλλειψη προσωπικού χρόνου που είναι γεγονός ότι βιώνει μια μάνα για πολύ καιρό από την στιγμή που γεννάει, τότε γιατί αφήνεις τις εξωτερικές συνθήκες, το τι λέει ο κόσμος ή αυτό που θεωρείται πιο αποδεκτό να κυριαρχήσουν; Αν δεν έχεις ισορροπήσει κάποια πράγματα μέσα σου, αν δεν έχεις αισθανθεί ότι έχεις βρει τον γενικό προσανατολισμό σου, την ταυτότητά σου, αυτό που θες να είσαι στο εξής, τότε γιατί επιτρέπεις να σε κατευθύνει π.χ. ο κόσμος που λέει ότι πέρασες τα τριάντα και είναι καιρός να ετοιμάζεσαι για παιδί γιατί και οι φίλες σου το έκαναν ή γιατί μετά θα είσαι μεγάλη και μπλα μπλα μπλα;Το θέμα δεν είναι να κάνεις το καλύτερο δυνατό για τον άνθρωπο που θα φέρεις στον κόσμο; Αν ακόμα νιώθεις πώς δεν έχεις «τραφεί» αρκετά (ώστε να μπορείς να «θρέψεις»), γιατί αποφασίζεις να προχωρήσεις και να βγάλεις τα απωθημένα σου όταν ήδη θα έχεις ένα πλάσμα που για πολύ καιρό εξαρτάται μόνο από σένα για να υπάρχει και χρειάζεται να επιστρατεύσεις όλη την υπομονή, την ψυχραιμία, την αυταπάρνηση που μπορείς να έχεις;

Παρακολουθώ εδώ και καιρό μια γυναίκα με τρία παιδιά και μέσα μου γίνεται μία μάχη. Από τη μία πλευρά η σκέψη «γιατί έκανες τρία παιδιά αφού βλέπεις ότι τα νεύρα σου δεν το αντέχουν;» και από την άλλη, η τάση μου να αποφεύγω να κατακρίνω τους ανθρώπους γιατί προσπαθώ πάντα να δείχνω κατανόηση στην φύση τους, αφού όλοι –συμπεριλαμβανομένης εμού φυσικά- έχουμε τα ελαττώματά μας. Στο σημείο αυτό, διευκρινίζω ότι όταν λέω «παρακολουθώ», δεν εννοώ ότι απέκτησα ξαφνικά την εμμονή της κλειδαρότρυπας. Απλώς, από έναν συγκεκριμένο χώρο που δουλεύω συχνά, η οπτική επαφή με το εσωτερικό του σπιτιού της είναι κάτι δεδομένο. Δεν χρειάζεται καμία προσπάθεια για να δεις τι συμβαίνει σε αυτό το σπίτι. Επίσης, ακόμα και να θέλεις να μην βλέπεις, οι άνθρωποι που μένουν εκεί, δεν σ’ αφήνουν. Ακούγονται συνέχεια. Φωνάζουν. Στα παιδιά τους. Διαρκώς. Δυνατά. Υστερικά. Με πάθος. Όχι, δεν έχω βιαστεί να κρίνω από μεμονωμένα περιστατικά το σύνολο της κατάστασης. Η κατάσταση είναι μόνιμα έτσι. Όποια ώρα της ημέρας και να βρεθείς στο γραφείο σου, θα πετύχεις την μαμά να ουρλιάζει λέγοντας «Δεν σας αντέχω άλλο», «Δεν μπορώ άλλο», «Σταματήστε», «Σκάστε», «Μην ακούγεστε» και λοιπά. Πηγαινοέρχεται από την κουζίνα στο σαλόνι και φωνάζει ξανά και ξανά. Πάντα. Κάθε φορά που θα τύχει να περάσεις απ’ έξω, θα την ακούσεις.

Και ερωτώ. Αφού έκανες ένα και είδες ότι δεν μπορείς να στηρίξεις την κατάσταση, γιατί προχώρησες σε δύο ακόμα γέννες; Θα μου πείτε, και ποια είσαι εσύ που θα κρίνεις, πού ξέρεις τι της συμβαίνει, πώς γνωρίζεις ότι μπορούσε να κάνει αλλιώς κ.λπ. Δεν ξέρω τίποτα από αυτά. Αυτό που σίγουρα όμως γνωρίζω είναι πως όταν ένα παιδί βιώνει ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ την προσωποποίηση της υστερίας και της επιθετικής ομιλίας, θα έχει πολλά προβλήματα για το υπόλοιπο της ζωής του(εκτός αν βρει την δύναμη να δουλέψει πολύ με τον εαυτό του και να διαχωρίσει το ποιος ήταν ο γονιός του και τι διαφορετικό μπορεί να γίνει εκείνο). Πώς μπορεί να αναπτύξει αίσθημα αυτοεκτίμησης ένα παιδί, όταν καθημερινά του λες ότι δεν το αντέχεις άλλο(και μάλιστα του το λες βγάζοντας καπνούς από τα αυτιά, τσιρίζοντας και γουρλώνοντας τα μάτια); Από πού θα νιώσει ασφάλεια ώστε να μπορέσει να στηρίξει τον εαυτό του βγαίνοντας στην κοινωνία, όταν δεν έχει βιώσει ποτέ την αποδοχή σου; Και τελικά, με ποιο δικαίωμα εσύ αποφασίζεις να του στιγματίσεις την ψυχή επειδή δεν είχες συνείδηση του τι έκανες όταν αποφάσιζες να το δημιουργήσεις; Κι αν κατάλαβες μετά ότι όντως αποφάσισες βιαστικά ή σαστισμένα, δεν έχεις χρέος απέναντι στον εαυτό σου και σ’ εκείνο να βάλεις τα δυνατά σου ώστε να γίνεις το καλύτερο στήριγμα που μπορείς γι’ αυτό;

Πότε έγινε βρε παιδιά τόσο ελαφρύ και εύκολο το να φέρνεις στον κόσμο ένα παιδί; Πότε έπαψε να έχει στο μυαλό μας την βαρύτητα που δικαιούται; Μήπως έχω καταλάβει κάτι λανθασμένα; Δεν οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι το να δημιουργείς μια νέα ζωή είναι κάτι πολύ σημαντικό; Δεν είναι φούστα που την αγόρασες, άλλαξες γνώμη και μπορείς να την επιστρέψεις ή να την καταχωνιάσεις σε μια ντουλάπα και να μην της δώσεις ξανά σημασία. Είναι ένας άνθρωπος του οποίου η προσωπικότητα διαμορφώνεται από νωρίς και το «χτίσιμό» της επηρεάζεται κατά πολύ από την δική σου συμπεριφορά.

Γι’ αυτό εσύ κυρία μου απέναντι και κάθε μία σαν εσένα, μάζεψε τα νεύρα σου και μάθε να μιλάς στα παιδιά σου με σεβασμό.

Είναι γιατί δεν βρήκες το θάρρος…

Όταν αυτό που σε «τρώει» αποφασίζει να γίνει μέχρι και παχύσαρκο καταναλώνοντάς σε, φτάνεις να νιώθεις εσύ συνέχεια πεινασμένος για ενέργεια, διψασμένος για αυτό που θα σου δώσει ξανά ζωή και ψάχνεις με λύσσα την πηγή.Αγοράζεις πράγματα, ξεκινάς νέες δραστηριότητες, ακολουθείς παρορμήσεις για χόμπυ-σεμινάρια-γνώσεις-σπορ, μα κάθε φορά καταλήγεις να αναρωτιέσαι γιατί ούτε αυτά ήταν η λύση.

Γιατί άραγε;

Μην είναι λίγα όσα υπάρχουν σ’ όλο τον κόσμο και θα μπορούσαν να σε γεμίσουν; Μήπως δεν έχεις ήδη όμορφα πράγματα στην ζωή σου; Έχεις. Και το ξέρεις. Τότε; Μήπως είναι όλα τόσο φτωχά που δεν σου δίνουν αυτό το «κάτι»; Όχι. Αφού και τα ωραία που έχεις ξέρεις κι εκτιμάς και από κάθε νέα «πετριά» που ακολούθησες ψάχνοντας, έχεις αποκομίσει εφόδια.

Γιατί όμως έχεις πάλι αυτό το ενοχλητικό ανικανοποίητο να σε γαργαλάει;

Είναι που πριν δοκιμάσεις να ξεδιψάσεις από όλες αυτές τις πηγές, δεν βρήκες το θάρρος να αντιμετωπίσεις αυτό που σε ροκανίζει λίγο λίγο με τα δοντάκια του, να παλέψεις μαζί του, να πατήσεις πόδι και να του πεις: «Δεν μ’αγγίζεις πια. Ό,τι έφαγες, έφαγες. Ως εδώ».

Πτήση Α3902

 Ο πιλότος έχει ήδη τελειώσει την ανακοίνωσή του, το πλήρωμα είναι επί ποδός για την εξυπηρέτησή μας, οι οδηγίες για την ασφάλειά μας σε περίπτωση ανάγκης έχουν προβληθεί.

Ένας έφηβος δίπλα μου απολαμβάνει την αγαπημένη του μουσική με την ένταση στο τέρμα, έτσι που ο ήχος φεύγει απ’ τα μικρά του ακουστικά και φτάνει στ΄αυτιά μου. Ένας κύριος έχει σηκωθεί για να πάρει την χειραποσκευή του. Στο πρόσωπό του είναι ζωγραφισμένη εκείνη η όψη του ανθρώπου που ό,τι «γεύεται» το βρίσκει ξινό και όλοι τον εκνευρίζουν. Ο τύπος που μοιάζει με τον πρωταγωνιστή του «you ‘re so vain» της Carly Simon στην λίγο πιο ευτραφή εκδοχή του, παρατηρεί τον χώρο με μια ηρεμία στο βλέμμα και μια κοπέλα διαμαρτύρεται για την μικρή χωρητικότητα των ντουλαπιών με τις χειραποσκευές.

Καθένας μας βυθισμένος στις δικές του σκέψεις, κουβαλώντας τα δικά του προβλήματα, τις χαρές, τις διαθέσεις του. Πολλοί μικρόκοσμοι στριμωγμένοι σ’ έναν χώρο, κι όλα αυτά ψηλά στον ουρανό, μακριά από την συνηθισμένη καθημερινότητα.Είμαι έτοιμη για μια κοινή διαδρομή με ολότελα ξένους ανθρώπους που το μυαλό μου μπορεί να τους «δει» οικείους, όταν η φαντασία γεννά ενδεχόμενα.

Τι θα γινόταν αν υπήρχε πρόβλημα στην διάρκεια της πτήσης μας;Τι θα συνέβαινε αν κινδυνεύαμε, αν είχαμε έναν αεροπειρατή με όπλο να μας απειλεί; Όλα αυτά τα διαφορετικά πλάσματα, όλες αυτές οι ψυχές που ενδέχεται να μην μπορούσαν να ταιριάξουν σε τίποτα στην καθημερινότητα, θα ενώνονταν απέναντι στην ίδια ανάγκη.

Οι πιο ψύχραιμοι θα προσπαθούσαν να ηρεμήσουν τους υπόλοιπους, όσοι είναι στον χώρο της υγείας θα αισθάνονταν την ανάγκη να στηρίξουν κάποιον που ένιωσε δυσφορία, οι γυναίκες που έχουν βιώσει την μητρότητα θα προφύλασσαν ίσως ακόμα και παιδιά άλλων που κάθονται κοντά τους, οι αεροσυνοδοί θα πάσχιζαν να μας μεταδώσουν αισιόδοξα μηνύματα ώστε να νιώσουμε ασφάλεια. Θα μοιραζόμασταν την αγωνία μας, θα αφηνόμασταν ελεύθεροι από τα στεγανά της εικόνας μας που έχουμε συνηθίσει να συντηρούμε, θα εκφραζόμασταν, θα αναπτύσσαμε φιλικές σχέσεις μέσα από ζεστές στιγμές που θα προέκυπταν εδώ κι εκεί. Το δέσιμο θα ερχόταν πιο γρήγορα λόγω κοινού κινδύνου, ο χρόνος θα είχε εντελώς διαφορετική έννοια πια. Ίσως να γινόμασταν πιο ανθρώπινοι, ίσως κάποιοι να εξέπλητταν και τον ίδιο τους τον εαυτό ανακαλύπτοντας μια πιο δοτική πλευρά τους.

Τους κοιτάζω και φαντάζομαι πόσο τρελή θα με χαρακτήριζαν αν διάβαζαν την σκέψη μου. Χαμογελάω και συνεχίζω να διαβάζω, λέγοντας στον εαυτό μου ότι όλα θα πάνε καλά και θα προσγειωθούμε κανονικά στην Λάρνακα. Απλώς, να, ήθελα να ξέρω ότι σε περίπτωση που χρειαζόταν, θα γινόμασταν όλοι μια γροθιά.

Σήμερα κοίτα αλλά «δες κιόλας

«Θωμά, κινήσου σήμερα ανάμεσα σε κόσμο σαν να είσαι αόρατος και αποφάσισε ότι το θέμα του παιχνιδιού αυτού, θα είναι η επικοινωνία. Δες και “δες” κατά πόσο έχουν αληθινή επαφή μεταξύ τους οι άνθρωποι γύρω σου». Αυτά του είπε μια φωνή και τον άφησε σύξυλο να αναρωτιέται μήπως έχει τρελαθεί. Αγνόησε τον φόβο αυτόν, είπε «θα παίξω το παιχνίδι» κι αφιέρωσε μια μέρα σε αυτό.

Άκουσε πολλές συνομιλίες αλλά οι πιο πολλές γίνονταν μέσω τηλεφώνου.
Χάρηκε βλέποντας αρκετά χαμόγελα μα απογοητεύτηκε διαπιστώνοντας ότι προκλήθηκαν κυρίως με αφορμή κάποιο σχόλιο που έγινε στο facebook.

Η ματιά μιας πανέμορφης μελαχρινής κοπέλας έκανε τουλάχιστον είκοσι φορές την διαδρομή ‘οθόνη κινητού – δρόμος’ με την αγωνία μήπως χάσει το λεωφορείο να μάχεται τη σκέψη «κι αν μου κάνουν like κι εγώ αργήσω να το δω»; Πίσω της υπήρχε ένα πάρκο γεμάτο ανθισμένα λουλούδια. Η λιακάδα έδινε μια γλύκα στις βόλτες μικρών και μεγάλων. Δίπλα της στεκόταν ένα όμορφο παλικάρι. Τίποτα απ’ αυτά δεν είδε…

Μπήκαν στο λεωφορείο. Μαζί και ο Θωμάς που συνέχιζε το παιχνίδι του. Αντίκρισε επιβάτες μόνους μέσα σε κόσμο πολύ. Καθένας βυθισμένος σε σκέψεις δικές του. Άλλος με ακουστικά στ΄ αυτιά κι άλλος με βλέμμα στο κενό. Χμ. Κάπου εκεί μέσα, σαν να διέκρινε και λίγη επικοινωνία. Όχι τόσο λεκτική. Άλλου τύπου λόγια. Εκείνα που βγαίνουν απ’ τα μάτια. Στο πίσω μέρος του λεωφορείου, παρέες αυτο-φωτογραφίζονταν για να ανεβάσουν το είδωλό τους σε κάποια ιντερνετική τους σελίδα. Αμέσως μετά, έσκυψαν όλοι στις οθόνες τους, κάνοντας ανά μερικά λεπτά μικρούς διαλόγους. Χωρίς να κοιτάζονται. Τι διάλογοι είναι αυτοί χωρίς οπτική επαφή ρε γαμώτο;

Συνέχισε την ημέρα του στην δουλειά. Στο διάλειμμα, μια συνάδερφος του δήλωσε ότι δεν είναι ευτυχισμένη. Στο σπίτι της οι μέρες περνούν με το πηγαινέλα της ίδιας και του συζύγου της, χωρίς ενδιάμεσες στάσεις για κοινές στιγμές. Την άκουγε να λέει ότι αυτή η κατάσταση μετρά ήδη τρία χρόνια. Τα μάτια και η στάση του σώματός της, έλεγαν ότι έχει συνηθίσει την καθημερινότητα αυτή και ίσως να πιστεύει ότι έτσι είναι οι γάμοι, ότι αυτό είναι φυσιολογικό επειδή είναι σύνηθες.

Ο οδηγός του ταξί που τον πήγε στο σπίτι, δεν ανταποκρίθηκε καν στην «καλησπέρα» του. Για διάλογο στην μισάωρη διαδρομή, ούτε λόγος! Μια σιωπή απίστευτη. Όχι εκείνη που την επιλέγεις γιατί είναι χρήσιμη και την έχεις ανάγκη, αλλά η άλλη, αυτή που το σώμα σου δείχνει πως βαριέσαι ακόμα και να καληνυχτίσεις, αγκομαχάς και δυσανασχετείς που η δουλειά σου απαιτεί επαφή με κόσμο. Έχεις προβλήματα, κι αυτό νομίζεις ότι λύνεται με το να κλειστείς στον εαυτό του.

Πίσω στο σπίτι, το ζεστό νερό στο ντους χαλαρώνει τους μύες του από την ένταση. Η θερμότητα τον κάνει να αισθάνεται καλά. Η φωνή ξανάρχεται στον νου και μαυρίζει τη χαρά της ξεκούρασης. «Λοιπόν, πώς πήγε το παιχνίδι της σημερινής μέρας»; «Χάλια», απάντησε φωναχτά. «Η αληθινή επικοινωνία τείνει να εξαφανιστεί». Και λέγοντας αυτό, κάθισε στον υπολογιστή του, συνδέθηκε στο ίντερνετ και διέγραψε όλες τις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης που είχαν το όνομά του.

Ανέπαφο «τώρα».

κατάλογος

Και ενώ το τώρα είναι το μόνο που επί της ουσίας έχουμε, εμείς συνεχίζουμε να απασχολούμε συνεχώς το μυαλό μας με το παρελθόν ή το μέλλον. Λίγες οι στιγμές που συντονιζόμαστε με το παρόν και αντιλαμβανόμαστε ότι μόνον αυτό κρατάμε στα χέρια. Συνήθως συμβαίνει όταν πληροφορούμαστε τον θάνατο κάποιου νέου ανθρώπου. Γεμίζουμε μερικά λεπτά με κλασικές, ίσως και γραφικές ατάκες, όπως «Τελικά, τίποτα δεν είμαστε. Λειτουργούμε λες και θα υπάρχουμε για πάντα αλλά να που η ζωή έχει απρόοπτα. Γι’ αυτό να χαιρόμαστε το τώρα. Δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει»… Αμέσως μετά, το μυαλό πιάνει την προηγούμενη συχνότητα, εκείνη του βασανισμού για το παρελθόν ή της αναπόλησής του, των σχεδίων για το μέλλον, του προγραμματισμού για την επόμενη μέρα ή του άγχους της επίτευξης ενός μεγάλου επαγγελματικού στόχου. Χάνεται πανεύκολα η συνειδητοποίηση του «τώρα», η επαφή με την αίσθηση που έχουμε για τα πράγματα, για εμάς, για τη ζωή μας αυτήν τη στιγμή, την κάθε στιγμή την ώρα που είναι «εδώ». Αυτά είναι τα άσχημα νέα. Υπάρχουν και καλά. Μπορούμε να το αλλάξουμε αυτό. Χρειάζεται θέληση, αυτοπαρατήρηση, εργασία και εξαντλητική εξάσκηση. Ε, και κότσια.