«Το κορίτσι με το τατουάζ»

το κορίτσι με το τατουάζ

Όταν η ιστορία ενός βιβλίου γίνεται κινηματογραφική ταινία,έχω προλάβει να την διαβάσω πριν την δω στις εικόνες ενός σκηνοθέτη.Στην περίπτωση του «Κοριτσιού με το τατουάζ»,συνέβη το αντίθετο.Έτυχε να παρακολουθήσω πρώτα την ταινία,τόσο την σουηδική όσο και την αμερικανική της εκδοχή,με την πρώτη να με κερδίζει με διαφορά.Αυτό που διαπίστωσα τελικά είναι ότι όταν έφτασα να διαβάσω το βιβλίο,δεν είχα καμία αίσθηση να έχει μείνει από την κινηματογραφική του μεταφορά. Ούτε καν από την σουηδική παραγωγή που μου άρεσε περισσότερο. Ίσως ευχαριστιέμαι πάντα τόσο την  διαδικασία του να κάνω τις δικές μου απεικονίσεις από τις λέξεις ενός συγγραφέα, που σταμάτησα ασυνείδητα όσο διάβαζα το βιβλίο,κάθε επαφή με αυτό που είχα δει στο σινεμά.

Ο Στιγκ Λάρσον κατάφερε να με κρατήσει σε αγωνία για την λύση του γρίφου εξαφάνισης της Χάριετ Βάνιερ,δίνοντάς μου ταυτόχρονα μια πεντακάθαρη εικόνα της συχνότητας φαινομένων κάθε μορφής βίας κατά των γυναικών που υπάρχει στην χώρα του. Δεν έμεινε όμως μόνο εκεί. Θίγει το σύστημα της κουστουμαρισμένης υποκρισίας που συχνά κυριαρχεί στις σύγχρονες κοινωνίες, ασχολείται με οικονομικοπολιτικές απάτες και περιγράφει με καθαρότητα και ρεαλισμό το σκοτάδι και την σαπίλα που μπορεί να κυριαρχεί στις ψυχές ανθρώπων που θεωρούνται πρότυπα.

Μπορεί ο όγκος του βιβλίου να τρομάζει κάποιους αλλά οι σελίδες του ρέουν εύκολα, ο λόγος του είναι περιγραφικός αλλά όχι υπερ-αναλυτικός όταν αυτό δεν είναι απαραίτητο και η αγωνία δίνει ώθηση να διαβαστεί το κείμενο χωρίς εμπόδια.

Είναι γνωστό ότι ο συγγραφέας δεν πρόλαβε να βιώσει την αποδοχή των γραπτών του από το αναγνωστικό κοινό και την παγκόσμια αναγνώριση που κέρδισε επάξια.Πέθανε έξι μήνες αφότου είχε παραδώσει την τριλογία του, πριν ακόμα ολοκληρωθεί η έκδοσή της.Όσο και αν προσπαθώ να δω την πληροφορία αυτή από την σκοπιά της αποδοχής του πεπερασμένου της ζωής,γνωρίζοντας πόση ανυπομονησία νιώθει ένας συγγραφέας όσο καιρό ασχολείται με ένα βιβλίο του, δεν μπορώ να δεχτώ πως έφυγε πριν απολαύσει τους καρπούς των κόπων του. Πιστεύω -έτσι πεισματικά και συνειδητά υπέρ της αιωνιότητας της ψυχής- ότι βρίσκεται κάπου και παρακολουθεί. Απλώς, ακόμα πιο προνομιούχος από το αν απλώς ζούσε σ’ αυτό τον κόσμο και μάθαινε τα νέα για την αγάπη των αναγνωστών του, έχει δυνατότητα να βρίσκεται σε κάθε σπίτι, ανάλαφρος ταξιδευτής του χρόνου και του χώρου, και βλέπει την ικανοποίηση στα μάτια κάθε ανθρώπου που κρατά στα χέρια το δημιούργημά του. Ζει μαζί τους κάθε αγωνία για το επόμενο κεφάλαιο και χαμογελά νιώθοντας ευφορία.

Έχει η ζωή εθνικότητα;

κατάλογοddς-horz

Ας πούμε ότι κάποιος ζούσε από την γέννησή του ως τώρα –στα 20 χρόνια του- κάπου όπου δεν υπήρχε ενημέρωση, τηλεόραση, ραδιόφωνο, εφημερίδες, διαδίκτυο κ.λπ. Ξαφνικά βρίσκεται στον έξω κόσμο και βλέπει όσα συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό σχετικά με τις τρομοκρατικές ενέργειες και τους τζιχαντιστές. Τι συμπεραίνει; Ότι δικαιολογημένα βεβαίως εμφανίζονται οι Γάλλοι, οι Αμερικανοί και η πλειοψηφία της κοινής γνώμης αποφασισμένοι να αντιδράσουν ώστε να ανακόψουν αυτή την πορεία επιθέσεων και θανάτου αθώων. Αν ενημερωνόταν όμως για όλη την πορεία της ιστορίας που δεν έβλεπε για χρόνια, θα συνέχιζε να έχει την ίδια άποψη ή θα την διαφοροποιούσε εν μέρει με βάση αυτές τις πληροφορίες;

Παρακολουθώ όλους αυτούς του φοβερούς ηγέτες να δηλώνουν αγανακτισμένοι και αποφασισμένοι να δράσουν ενάντια στους τρομοκράτες. Βλέπω παράλληλα την κοινή γνώμη να σπεύδει να συμφωνήσει μαζί τους και να τους ενισχύσει ηθικά. Βρίσκομαι μπροστά σε ένα χειριστικό σύστημα πληροφόρησης που χρησιμοποιεί κάθε μέσο για να κατευθύνει την άποψή μου εκεί που οι υποκινητές του θέλουν. Τι κάνω λοιπόν; Πάντως, σε καμία περίπτωση δεν τρώω κουτόχορτο!! Αν νομίζουν οι Ολαντ, οι Ομπάμα και οι άλλοι παραπλήσιας νοοτροπίας τύποι ότι θα πιστέψω πως η αντίδρασή τους προκλήθηκε καθαρά και μόνο από την ανάγκη να αμυνθούν σε ένα πακέτο επιθέσεων που δέχονται (και το οποίο δεν περίμεναν ούτε τροφοδοτούσαν!), θα γεράσουν και ακόμα θα αναμένουν.

Προ ημερών άκουσα στο ραδιόφωνο ότι «οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους θα πολεμήσουν όσους στοχοθετούν τον άμαχο πληθυσμό»! Δεν ήξερα αν έπρεπε να φωνάξω από θυμό ή να γελάσω μέχρι δακρύων! Όταν οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους σκοτώνουν αμάχους, αυτό χαρακτηρίζεται αναγκαστική απώλεια στα πλαίσια ενός θεάρεστου έργου (που ανέλαβαν μόνοι τους) για την προστασία του κόσμου από τους τρομοκράτες. Όταν σκοτώνονται άμαχοι από τζιχαντιστές, αυτό είναι τρομοκρατία! Το άκρον άωτον της υποκρισίας!! Αυτοί οι καημένοι μάλλον νομίζουν ότι γεννηθήκαμε τώρα ή ότι δεν έχουμε ψάξει πέντε πράγματα για την πορεία της Ιστορίας ή ότι δεν παρακολουθούμε τι γίνεται στον κόσμο. Ποιος εκπαίδευε τζιχαντιστές για να πολεμήσουν στην Συρία; Μήπως οι αμερικανικές ειδικές δυνάμεις; Τι ήταν ο Μπιν Λάντεν κάποτε; Μήπως συνεργάτης των Αμερικανών τον οποίο χρηματοδοτούσαν κατά τον ρωσοαφγανικό πόλεμο; Τι όπλα μαζικής καταστροφής είχε ο Σαντάμ Χουσεΐν; Μήπως αυτό ήταν ένα πρόσχημα –και όχι αληθινός λόγος- για να βγει από την μέση; Κάποιοι κάνουν ό,τι θέλουν, δημιουργούν τρομοκράτες, έχουν φιλίες με αποβράσματα και εγκληματίες τύπου Σαντάμ και όταν χαλάνε οι συνεργασίες τους, κάνουν αίσχη δήθεν για να μας προστατεύσουν από όλους εκείνους τους πρώην φίλους τους! Όλο αυτό το παιχνίδι δεν θα σταματήσει και οι πόλεμοι σίγουρα θα συνεχίζονται γιατί το εμπόριο όπλων είναι μια πολύ δυνατή πηγή εσόδων για κάποιες χώρες. Είναι επίσης γνωστό πλέον πως κάποιοι βάζουν τον παγκόσμιο χάρτη πάνω σ’ ένα τραπέζι και παίζουν Monopoly. Στ’ αλήθεια. Όχι ως παιχνίδι.

media3

Αυτό που με απασχολεί περισσότερο όμως είναι το κατά πόσο τα συστήματα πληροφόρησης παγκοσμίως καταφέρνουν να αποπροσανατολίζουν και να κατευθύνουν την κοινή γνώμη όπου επιθυμούν. Βλέπουμε πώς λειτουργούν από το χτύπημα στην Γαλλία και μετά. Προς Θεού, μην παρεξηγηθώ. Φυσικά και θλίβομαι που έχασαν την ζωή τους αθώοι πολίτες στην Γαλλία! Εννοείται ότι καταδικάζω όποιον διαλέγει να εκφράσει την αντίδραση ή τα πιστεύω του, σκοτώνοντας ανθρώπους. Όμως, ομοίως καταδίκαζα και θλιβόμουν για όσους σκοτώνονταν στην Σερβία, στο Ιράκ και οπουδήποτε αλλού οι δήθεν προστάτες του κόσμου Αμερικανοί, μας έσωναν από την τρομοκρατία! Όλοι έσπευσαν να βάλουν στο facebook γαλλικές σημαίες μετά το τρομοκρατικό χτύπημα στο Παρίσι. Ωραία. Είμαι μαζί σας γιατί σκοτώθηκαν αθώοι άνθρωποι. Γιατί όμως δεν αναρτάτε άλλες φορές τις σημαίες των χωρών που δέχονται επιθέσεις από τους Αμερικανούς, τους Γάλλους, τους Άγγλους κ.λπ; Δηλαδή, η αξία της ανθρώπινης ζωής έχει χρώμα; Έχει σημαία; Έχει συγκεκριμένα κριτήρια η θλίψη για την απώλεια αθώων; Έχει εθνικότητα; Ας πούμε ένα ηχηρό ΟΧΙ σ’ αυτό και ας μάθουμε να θρηνούμε με τον ίδιο τρόπο όταν π.χ. σκοτώνονται Γάλλοι από τρομοκράτες και όταν βομβαρδίζεται νοσοκομείο των Γιατρών χωρίς σύνορα στο Αφγανιστάν από αμερικανικές δυνάμεις.

Μάζεψε τα νεύρα σου και μάθε να μιλάς στα παιδιά σου με σεβασμό.

Σε όλη την μέχρι τώρα ενήλικη ζωή μου, παρατηρώ τους ανθρώπους με μεγάλο ενδιαφέρον. Μ’ αρέσει να προσπαθώ να αντιληφθώ ποια είναι τα κίνητρά τους για την ζωή ή για κάτι που κάνουν, μέσα από ποια διαδικασία λαμβάνουν τις αποφάσεις τους, ποια κατάλοιπα του παρελθόντος ενδεχομένως να επηρεάζουν την συμπεριφορά τους. Ακόμα και πριν γίνω μαμά, με απασχολούσε συχνά ο λόγος για τον οποίο αποφασίζουν οι άνθρωποι να γίνουν γονείς. Σήμερα, βιώνοντας την μητρότητα και κάνοντας αυτοπαρατήρηση για το πώς λειτουργώ ως γονέας, αναρωτιέμαι: Έχουμε την ικανότητα να κρίνουμε αν κάνουμε για τον ρόλο αυτόν;

Έχω γνωρίσει ανθρώπους που έγιναν γονείς απλώς γιατί αυτή ήταν η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων στην ζωή τους σύμφωνα με το γενικά αποδεκτό από την κοινωνία ως «κανονικό» μοντέλο που πρέπει να ακολουθείται σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Είχαν δηλαδή μια σχέση κάποια χρόνια, μετά είπαν «Αφού είμαστε μαζί καιρό, ας παντρευτούμε» και μετά «Αφού είμαστε παντρεμένοι κάποιο καιρό, ας κάνουμε ένα παιδί». Κατά την προσωπική μου άποψη, αυτή η διαδικασία λήψης της απόφασης, είναι μια μεγαλειώδης μπούρδα(επιτρέψτε μου τον χαρακτηρισμό, μ΄αρέσει πολύ αυτή η φράση), αν δεν συνοδεύεται από την συναίσθηση που έχει καθένας για τον εαυτό του στην κάθε φάση ζωής, αν δεν έχει νιώσει πρώτα από όλα ότι ο ίδιος είναι έτοιμος να προσφέρει αυτά που απαιτεί ο ρόλος του γονέα. Αν γίνεσαι π.χ. μάνα γιατί «ε, αφού τόσο καιρό τραβιόμαστε, ας κάνουμε οικογένεια μαζί», τότε πόσες πιθανότητες πιστεύεις ότι έχεις να στηρίξεις για πολλά χρόνια το οικοδόμημα που πας να χτίσεις; Αν έχεις ακόμα ανάγκη να είσαι κάθε βράδυ έξω με φίλους, να ξενυχτάς, να φεύγεις ξαφνικά για δυο μέρες στην Πάρο και μετά από λίγο για τρεις στο Πήλιο, γιατί πρέπει να υποβάλλεις τον εαυτό σου και το παιδί που θα φέρεις στον κόσμο σε μια δοκιμασία που έχει πολλές πιθανότητες αποτυχίας;

Δεν ισχυρίζομαι ότι όταν γίνεσαι γονέας, πρέπει να μονάσεις και να μην ξαναδείς τον «έξω κόσμο». Όμως, αν δεν αισθάνεσαι ότι είσαι σε φάση εσωτερικά να προσφέρεις την αφοσίωση που απαιτεί η ύπαρξη ενός παιδιού, αν νιώθεις πως δεν είσαι σε θέση να αντέξεις την έλλειψη προσωπικού χρόνου που είναι γεγονός ότι βιώνει μια μάνα για πολύ καιρό από την στιγμή που γεννάει, τότε γιατί αφήνεις τις εξωτερικές συνθήκες, το τι λέει ο κόσμος ή αυτό που θεωρείται πιο αποδεκτό να κυριαρχήσουν; Αν δεν έχεις ισορροπήσει κάποια πράγματα μέσα σου, αν δεν έχεις αισθανθεί ότι έχεις βρει τον γενικό προσανατολισμό σου, την ταυτότητά σου, αυτό που θες να είσαι στο εξής, τότε γιατί επιτρέπεις να σε κατευθύνει π.χ. ο κόσμος που λέει ότι πέρασες τα τριάντα και είναι καιρός να ετοιμάζεσαι για παιδί γιατί και οι φίλες σου το έκαναν ή γιατί μετά θα είσαι μεγάλη και μπλα μπλα μπλα;Το θέμα δεν είναι να κάνεις το καλύτερο δυνατό για τον άνθρωπο που θα φέρεις στον κόσμο; Αν ακόμα νιώθεις πώς δεν έχεις «τραφεί» αρκετά (ώστε να μπορείς να «θρέψεις»), γιατί αποφασίζεις να προχωρήσεις και να βγάλεις τα απωθημένα σου όταν ήδη θα έχεις ένα πλάσμα που για πολύ καιρό εξαρτάται μόνο από σένα για να υπάρχει και χρειάζεται να επιστρατεύσεις όλη την υπομονή, την ψυχραιμία, την αυταπάρνηση που μπορείς να έχεις;

Παρακολουθώ εδώ και καιρό μια γυναίκα με τρία παιδιά και μέσα μου γίνεται μία μάχη. Από τη μία πλευρά η σκέψη «γιατί έκανες τρία παιδιά αφού βλέπεις ότι τα νεύρα σου δεν το αντέχουν;» και από την άλλη, η τάση μου να αποφεύγω να κατακρίνω τους ανθρώπους γιατί προσπαθώ πάντα να δείχνω κατανόηση στην φύση τους, αφού όλοι –συμπεριλαμβανομένης εμού φυσικά- έχουμε τα ελαττώματά μας. Στο σημείο αυτό, διευκρινίζω ότι όταν λέω «παρακολουθώ», δεν εννοώ ότι απέκτησα ξαφνικά την εμμονή της κλειδαρότρυπας. Απλώς, από έναν συγκεκριμένο χώρο που δουλεύω συχνά, η οπτική επαφή με το εσωτερικό του σπιτιού της είναι κάτι δεδομένο. Δεν χρειάζεται καμία προσπάθεια για να δεις τι συμβαίνει σε αυτό το σπίτι. Επίσης, ακόμα και να θέλεις να μην βλέπεις, οι άνθρωποι που μένουν εκεί, δεν σ’ αφήνουν. Ακούγονται συνέχεια. Φωνάζουν. Στα παιδιά τους. Διαρκώς. Δυνατά. Υστερικά. Με πάθος. Όχι, δεν έχω βιαστεί να κρίνω από μεμονωμένα περιστατικά το σύνολο της κατάστασης. Η κατάσταση είναι μόνιμα έτσι. Όποια ώρα της ημέρας και να βρεθείς στο γραφείο σου, θα πετύχεις την μαμά να ουρλιάζει λέγοντας «Δεν σας αντέχω άλλο», «Δεν μπορώ άλλο», «Σταματήστε», «Σκάστε», «Μην ακούγεστε» και λοιπά. Πηγαινοέρχεται από την κουζίνα στο σαλόνι και φωνάζει ξανά και ξανά. Πάντα. Κάθε φορά που θα τύχει να περάσεις απ’ έξω, θα την ακούσεις.

Και ερωτώ. Αφού έκανες ένα και είδες ότι δεν μπορείς να στηρίξεις την κατάσταση, γιατί προχώρησες σε δύο ακόμα γέννες; Θα μου πείτε, και ποια είσαι εσύ που θα κρίνεις, πού ξέρεις τι της συμβαίνει, πώς γνωρίζεις ότι μπορούσε να κάνει αλλιώς κ.λπ. Δεν ξέρω τίποτα από αυτά. Αυτό που σίγουρα όμως γνωρίζω είναι πως όταν ένα παιδί βιώνει ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ την προσωποποίηση της υστερίας και της επιθετικής ομιλίας, θα έχει πολλά προβλήματα για το υπόλοιπο της ζωής του(εκτός αν βρει την δύναμη να δουλέψει πολύ με τον εαυτό του και να διαχωρίσει το ποιος ήταν ο γονιός του και τι διαφορετικό μπορεί να γίνει εκείνο). Πώς μπορεί να αναπτύξει αίσθημα αυτοεκτίμησης ένα παιδί, όταν καθημερινά του λες ότι δεν το αντέχεις άλλο(και μάλιστα του το λες βγάζοντας καπνούς από τα αυτιά, τσιρίζοντας και γουρλώνοντας τα μάτια); Από πού θα νιώσει ασφάλεια ώστε να μπορέσει να στηρίξει τον εαυτό του βγαίνοντας στην κοινωνία, όταν δεν έχει βιώσει ποτέ την αποδοχή σου; Και τελικά, με ποιο δικαίωμα εσύ αποφασίζεις να του στιγματίσεις την ψυχή επειδή δεν είχες συνείδηση του τι έκανες όταν αποφάσιζες να το δημιουργήσεις; Κι αν κατάλαβες μετά ότι όντως αποφάσισες βιαστικά ή σαστισμένα, δεν έχεις χρέος απέναντι στον εαυτό σου και σ’ εκείνο να βάλεις τα δυνατά σου ώστε να γίνεις το καλύτερο στήριγμα που μπορείς γι’ αυτό;

Πότε έγινε βρε παιδιά τόσο ελαφρύ και εύκολο το να φέρνεις στον κόσμο ένα παιδί; Πότε έπαψε να έχει στο μυαλό μας την βαρύτητα που δικαιούται; Μήπως έχω καταλάβει κάτι λανθασμένα; Δεν οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι το να δημιουργείς μια νέα ζωή είναι κάτι πολύ σημαντικό; Δεν είναι φούστα που την αγόρασες, άλλαξες γνώμη και μπορείς να την επιστρέψεις ή να την καταχωνιάσεις σε μια ντουλάπα και να μην της δώσεις ξανά σημασία. Είναι ένας άνθρωπος του οποίου η προσωπικότητα διαμορφώνεται από νωρίς και το «χτίσιμό» της επηρεάζεται κατά πολύ από την δική σου συμπεριφορά.

Γι’ αυτό εσύ κυρία μου απέναντι και κάθε μία σαν εσένα, μάζεψε τα νεύρα σου και μάθε να μιλάς στα παιδιά σου με σεβασμό.

Είναι γιατί δεν βρήκες το θάρρος…

Όταν αυτό που σε «τρώει» αποφασίζει να γίνει μέχρι και παχύσαρκο καταναλώνοντάς σε, φτάνεις να νιώθεις εσύ συνέχεια πεινασμένος για ενέργεια, διψασμένος για αυτό που θα σου δώσει ξανά ζωή και ψάχνεις με λύσσα την πηγή.Αγοράζεις πράγματα, ξεκινάς νέες δραστηριότητες, ακολουθείς παρορμήσεις για χόμπυ-σεμινάρια-γνώσεις-σπορ, μα κάθε φορά καταλήγεις να αναρωτιέσαι γιατί ούτε αυτά ήταν η λύση.

Γιατί άραγε;

Μην είναι λίγα όσα υπάρχουν σ’ όλο τον κόσμο και θα μπορούσαν να σε γεμίσουν; Μήπως δεν έχεις ήδη όμορφα πράγματα στην ζωή σου; Έχεις. Και το ξέρεις. Τότε; Μήπως είναι όλα τόσο φτωχά που δεν σου δίνουν αυτό το «κάτι»; Όχι. Αφού και τα ωραία που έχεις ξέρεις κι εκτιμάς και από κάθε νέα «πετριά» που ακολούθησες ψάχνοντας, έχεις αποκομίσει εφόδια.

Γιατί όμως έχεις πάλι αυτό το ενοχλητικό ανικανοποίητο να σε γαργαλάει;

Είναι που πριν δοκιμάσεις να ξεδιψάσεις από όλες αυτές τις πηγές, δεν βρήκες το θάρρος να αντιμετωπίσεις αυτό που σε ροκανίζει λίγο λίγο με τα δοντάκια του, να παλέψεις μαζί του, να πατήσεις πόδι και να του πεις: «Δεν μ’αγγίζεις πια. Ό,τι έφαγες, έφαγες. Ως εδώ».

Facebookαπεξάρτητη τώρα!

Ας πούμε ότι λες μια ωραία πρωία «θα διαγράψω τη σελίδα μου στο facebook». Νιώθεις πως αυτός ο κύκλος έκλεισε, έδωσε ό,τι είχε να σου προσφέρει, ξέρεις ότι κάποιες δυνατότητές του μπορείς να τις βρεις και αλλού και άλλες που δεν μπορείς, δεν σου είναι σημαντικές. Ανακαλύπτεις ότι –ακόμα και αν δεν ήσουν τόσο εξαρτημένος απ’ αυτό- υπήρχαν στιγμές που σε παρέσυρε σπαταλώντας πολύτιμο χρόνο σου και είσαι μια χαρά χωρίς αυτό.

Όσο τρέχει ο καιρός, πέφτεις συχνά πάνω αποδείξεις για το πόσο αυτό το μέσο κοινωνικής δικτύωσης έχει τρυπώσει παντού και υπάρχει ένα ολόκληρο σύστημα που σε κατευθύνει στην fb-φάκα. Αμ δε!Θα ξεγλιστρήσω εγώ, είμαι έξυπνο ποντικάκι! Και τα καταφέρνεις. Απλώς, αν είσαι παρατηρητικός, δεν μπορείς να μη «δεις» ότι κάποιοι προσπαθούν να σου περάσουν το μήνυμα του «δεν μπορείς να μην έχεις facebook, είσαι εκτός μόδας, δεν εντάσσεσαι σ’ αυτή τη φοβερή παρέα, είσαι εκτός τόπου και χρόνου». Τι λέτε; Σοβαρά; Είμαι εντελώς εντός τόπου και χρόνου, ίσως πιο πολύ από αυτούς που ξεχνιούνται και βυθίζονται στην αποβλάκωση ωρών ενασχόλησης με το τι έκανε ο τάδε ή ο δείνα, πού βρισκόταν χθες, με ποιον τα έπινε, πότε είδε ταινία, πότε κολύμπησε, τι έφαγε. Είμαι εντελώς εντός αυτού που λέγεται ουσιαστική επικοινωνία, γιατί όταν θέλω να δω έναν φίλο(κανονικό, όχι facebook-ικό), τον βλέπω απέναντί μου και μιλάμε έχοντας αληθινή επαφή και εισπράττω μέσω των ματιών και της κινησιολογίας του αυτά που αισθάνεται, αυτό που τον πονάει τούτη την εποχή, εκείνα που του δίνουν χαρά και λάμπει όταν τα αναφέρει.

Όσο λοιπόν και αν προσπαθεί ένα σύστημα να με βάλει στο τρυπάκι με διάφορους –έμμεσους ή άμεσους- τρόπους να κάνω τα πάντα μέσω facebook, εγώ θα είμαι ένα ευέλικτο και γρήγορο ποντικάκι που θα ξεφεύγει από τη φάκα. Όσο υπάρχουν ιστοσελίδες που ακόμα και για να γίνω μέλος τους και να μπορώ να παρακολουθώ ενδιαφέροντα πράγματα, θέλουν να συνδεθώ μέσω fb, όσο κάθε άρθρο που διαβάζω με παροτρύνει να το μοιραστώ στο fb, όσο και αν μου λένε κάποιοι ότι δεν έχουν τρόπο να επικοινωνήσουν μαζί μου γιατί δεν έχω fb(θαρρείς και άλλοι τρόποι δεν υπάρχουν), εγώ θα αντιστέκομαι. Όχι από εμμονή ή πείσμα, αλλά γιατί θέλω να επιλέγω εγώ π.χ. το πώς θα με βρουν άνθρωποι αν θέλουν να μου μιλήσουν και όχι να με κατευθύνουν εκείνοι σε μια διαρκή προσκόλληση σε ένα δήθεν μέσο επικοινωνίας, τάχα γιατί είναι δωρεάν (γράψτε μου email, είναι κι αυτό δωρεάν) ή επειδή είναι εξαρτημένοι από την οθονίτσα που έχουν σκυμμένο το κεφάλι ολημερίς.

Κι αν θέλω να διαφημίσω κάτι ή να το μοιραστώ, να εκφράσω τις σκέψεις μου και να ανταλλάξω απόψεις, υπάρχουν κι άλλοι τρόποι. Κι αν κάποτε θελήσω να επανέλθω, δεν θα έχω πρόβλημα να το κάνω. Θα είναι όμως επειδή θα το θελήσω εγώ, όχι γιατί κάποιοι ρίχνουν συνέχεια μπροστά μου ένα γαλανόλευκο κουμπάκι, λες και αν δεν ανήκω εκεί, δεν είμαι κάτι. Δεν είσαι σημαντικός επειδή κάνεις cool πράγματα στο facebook. Είσαι σημαντικός, αν προσφέρεις υποστήριξη σε ανθρώπους όταν το χρειάζονται, αν προσπαθείς να βελτιώνεσαι, αν παλεύεις για αυτογνωσία, αν εμπλουτίζεις τον εσωτερικό σου κόσμο, αν κυνηγάς το όνειρό σου, αν ψάχνεις (χάνεις, βρίσκεις ξανά)τις ισορροπίες σου, αν βλέπεις τα λάθη σου και μάχεσαι για την μη επανάληψή τους αναζητώντας τα διδάγματα και προχωρώντας. Αυτά βέβαια, δεν αποκλείεται να τα κάνει κάποιος που έχει προφίλ στο facebook. Ούτε είμαι κατά όποιου είναι μέλος του. Με μια συγκεκριμένη μερίδα έχω πρόβλημα, ή -για την ακρίβεια- προβληματισμό). Είναι εκείνοι που αφήνονται να τους χειριστεί το facebook αντί να το χειρίζονται αυτοί και κυρίως μια άλλη,μεγάλη μερίδα ανθρώπων που θεωρούν πιο σπουδαίο αυτό που είναι ως προσωπικότητες μέσα σ’ εκείνη τη σελίδα απ’ό,τι αυτό που είναι στην ίδια τη ζωή.