Μάζεψε τα νεύρα σου και μάθε να μιλάς στα παιδιά σου με σεβασμό.

Σε όλη την μέχρι τώρα ενήλικη ζωή μου, παρατηρώ τους ανθρώπους με μεγάλο ενδιαφέρον. Μ’ αρέσει να προσπαθώ να αντιληφθώ ποια είναι τα κίνητρά τους για την ζωή ή για κάτι που κάνουν, μέσα από ποια διαδικασία λαμβάνουν τις αποφάσεις τους, ποια κατάλοιπα του παρελθόντος ενδεχομένως να επηρεάζουν την συμπεριφορά τους. Ακόμα και πριν γίνω μαμά, με απασχολούσε συχνά ο λόγος για τον οποίο αποφασίζουν οι άνθρωποι να γίνουν γονείς. Σήμερα, βιώνοντας την μητρότητα και κάνοντας αυτοπαρατήρηση για το πώς λειτουργώ ως γονέας, αναρωτιέμαι: Έχουμε την ικανότητα να κρίνουμε αν κάνουμε για τον ρόλο αυτόν;

Έχω γνωρίσει ανθρώπους που έγιναν γονείς απλώς γιατί αυτή ήταν η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων στην ζωή τους σύμφωνα με το γενικά αποδεκτό από την κοινωνία ως «κανονικό» μοντέλο που πρέπει να ακολουθείται σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Είχαν δηλαδή μια σχέση κάποια χρόνια, μετά είπαν «Αφού είμαστε μαζί καιρό, ας παντρευτούμε» και μετά «Αφού είμαστε παντρεμένοι κάποιο καιρό, ας κάνουμε ένα παιδί». Κατά την προσωπική μου άποψη, αυτή η διαδικασία λήψης της απόφασης, είναι μια μεγαλειώδης μπούρδα(επιτρέψτε μου τον χαρακτηρισμό, μ΄αρέσει πολύ αυτή η φράση), αν δεν συνοδεύεται από την συναίσθηση που έχει καθένας για τον εαυτό του στην κάθε φάση ζωής, αν δεν έχει νιώσει πρώτα από όλα ότι ο ίδιος είναι έτοιμος να προσφέρει αυτά που απαιτεί ο ρόλος του γονέα. Αν γίνεσαι π.χ. μάνα γιατί «ε, αφού τόσο καιρό τραβιόμαστε, ας κάνουμε οικογένεια μαζί», τότε πόσες πιθανότητες πιστεύεις ότι έχεις να στηρίξεις για πολλά χρόνια το οικοδόμημα που πας να χτίσεις; Αν έχεις ακόμα ανάγκη να είσαι κάθε βράδυ έξω με φίλους, να ξενυχτάς, να φεύγεις ξαφνικά για δυο μέρες στην Πάρο και μετά από λίγο για τρεις στο Πήλιο, γιατί πρέπει να υποβάλλεις τον εαυτό σου και το παιδί που θα φέρεις στον κόσμο σε μια δοκιμασία που έχει πολλές πιθανότητες αποτυχίας;

Δεν ισχυρίζομαι ότι όταν γίνεσαι γονέας, πρέπει να μονάσεις και να μην ξαναδείς τον «έξω κόσμο». Όμως, αν δεν αισθάνεσαι ότι είσαι σε φάση εσωτερικά να προσφέρεις την αφοσίωση που απαιτεί η ύπαρξη ενός παιδιού, αν νιώθεις πως δεν είσαι σε θέση να αντέξεις την έλλειψη προσωπικού χρόνου που είναι γεγονός ότι βιώνει μια μάνα για πολύ καιρό από την στιγμή που γεννάει, τότε γιατί αφήνεις τις εξωτερικές συνθήκες, το τι λέει ο κόσμος ή αυτό που θεωρείται πιο αποδεκτό να κυριαρχήσουν; Αν δεν έχεις ισορροπήσει κάποια πράγματα μέσα σου, αν δεν έχεις αισθανθεί ότι έχεις βρει τον γενικό προσανατολισμό σου, την ταυτότητά σου, αυτό που θες να είσαι στο εξής, τότε γιατί επιτρέπεις να σε κατευθύνει π.χ. ο κόσμος που λέει ότι πέρασες τα τριάντα και είναι καιρός να ετοιμάζεσαι για παιδί γιατί και οι φίλες σου το έκαναν ή γιατί μετά θα είσαι μεγάλη και μπλα μπλα μπλα;Το θέμα δεν είναι να κάνεις το καλύτερο δυνατό για τον άνθρωπο που θα φέρεις στον κόσμο; Αν ακόμα νιώθεις πώς δεν έχεις «τραφεί» αρκετά (ώστε να μπορείς να «θρέψεις»), γιατί αποφασίζεις να προχωρήσεις και να βγάλεις τα απωθημένα σου όταν ήδη θα έχεις ένα πλάσμα που για πολύ καιρό εξαρτάται μόνο από σένα για να υπάρχει και χρειάζεται να επιστρατεύσεις όλη την υπομονή, την ψυχραιμία, την αυταπάρνηση που μπορείς να έχεις;

Παρακολουθώ εδώ και καιρό μια γυναίκα με τρία παιδιά και μέσα μου γίνεται μία μάχη. Από τη μία πλευρά η σκέψη «γιατί έκανες τρία παιδιά αφού βλέπεις ότι τα νεύρα σου δεν το αντέχουν;» και από την άλλη, η τάση μου να αποφεύγω να κατακρίνω τους ανθρώπους γιατί προσπαθώ πάντα να δείχνω κατανόηση στην φύση τους, αφού όλοι –συμπεριλαμβανομένης εμού φυσικά- έχουμε τα ελαττώματά μας. Στο σημείο αυτό, διευκρινίζω ότι όταν λέω «παρακολουθώ», δεν εννοώ ότι απέκτησα ξαφνικά την εμμονή της κλειδαρότρυπας. Απλώς, από έναν συγκεκριμένο χώρο που δουλεύω συχνά, η οπτική επαφή με το εσωτερικό του σπιτιού της είναι κάτι δεδομένο. Δεν χρειάζεται καμία προσπάθεια για να δεις τι συμβαίνει σε αυτό το σπίτι. Επίσης, ακόμα και να θέλεις να μην βλέπεις, οι άνθρωποι που μένουν εκεί, δεν σ’ αφήνουν. Ακούγονται συνέχεια. Φωνάζουν. Στα παιδιά τους. Διαρκώς. Δυνατά. Υστερικά. Με πάθος. Όχι, δεν έχω βιαστεί να κρίνω από μεμονωμένα περιστατικά το σύνολο της κατάστασης. Η κατάσταση είναι μόνιμα έτσι. Όποια ώρα της ημέρας και να βρεθείς στο γραφείο σου, θα πετύχεις την μαμά να ουρλιάζει λέγοντας «Δεν σας αντέχω άλλο», «Δεν μπορώ άλλο», «Σταματήστε», «Σκάστε», «Μην ακούγεστε» και λοιπά. Πηγαινοέρχεται από την κουζίνα στο σαλόνι και φωνάζει ξανά και ξανά. Πάντα. Κάθε φορά που θα τύχει να περάσεις απ’ έξω, θα την ακούσεις.

Και ερωτώ. Αφού έκανες ένα και είδες ότι δεν μπορείς να στηρίξεις την κατάσταση, γιατί προχώρησες σε δύο ακόμα γέννες; Θα μου πείτε, και ποια είσαι εσύ που θα κρίνεις, πού ξέρεις τι της συμβαίνει, πώς γνωρίζεις ότι μπορούσε να κάνει αλλιώς κ.λπ. Δεν ξέρω τίποτα από αυτά. Αυτό που σίγουρα όμως γνωρίζω είναι πως όταν ένα παιδί βιώνει ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ την προσωποποίηση της υστερίας και της επιθετικής ομιλίας, θα έχει πολλά προβλήματα για το υπόλοιπο της ζωής του(εκτός αν βρει την δύναμη να δουλέψει πολύ με τον εαυτό του και να διαχωρίσει το ποιος ήταν ο γονιός του και τι διαφορετικό μπορεί να γίνει εκείνο). Πώς μπορεί να αναπτύξει αίσθημα αυτοεκτίμησης ένα παιδί, όταν καθημερινά του λες ότι δεν το αντέχεις άλλο(και μάλιστα του το λες βγάζοντας καπνούς από τα αυτιά, τσιρίζοντας και γουρλώνοντας τα μάτια); Από πού θα νιώσει ασφάλεια ώστε να μπορέσει να στηρίξει τον εαυτό του βγαίνοντας στην κοινωνία, όταν δεν έχει βιώσει ποτέ την αποδοχή σου; Και τελικά, με ποιο δικαίωμα εσύ αποφασίζεις να του στιγματίσεις την ψυχή επειδή δεν είχες συνείδηση του τι έκανες όταν αποφάσιζες να το δημιουργήσεις; Κι αν κατάλαβες μετά ότι όντως αποφάσισες βιαστικά ή σαστισμένα, δεν έχεις χρέος απέναντι στον εαυτό σου και σ’ εκείνο να βάλεις τα δυνατά σου ώστε να γίνεις το καλύτερο στήριγμα που μπορείς γι’ αυτό;

Πότε έγινε βρε παιδιά τόσο ελαφρύ και εύκολο το να φέρνεις στον κόσμο ένα παιδί; Πότε έπαψε να έχει στο μυαλό μας την βαρύτητα που δικαιούται; Μήπως έχω καταλάβει κάτι λανθασμένα; Δεν οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι το να δημιουργείς μια νέα ζωή είναι κάτι πολύ σημαντικό; Δεν είναι φούστα που την αγόρασες, άλλαξες γνώμη και μπορείς να την επιστρέψεις ή να την καταχωνιάσεις σε μια ντουλάπα και να μην της δώσεις ξανά σημασία. Είναι ένας άνθρωπος του οποίου η προσωπικότητα διαμορφώνεται από νωρίς και το «χτίσιμό» της επηρεάζεται κατά πολύ από την δική σου συμπεριφορά.

Γι’ αυτό εσύ κυρία μου απέναντι και κάθε μία σαν εσένα, μάζεψε τα νεύρα σου και μάθε να μιλάς στα παιδιά σου με σεβασμό.

Είναι γιατί δεν βρήκες το θάρρος…

Όταν αυτό που σε «τρώει» αποφασίζει να γίνει μέχρι και παχύσαρκο καταναλώνοντάς σε, φτάνεις να νιώθεις εσύ συνέχεια πεινασμένος για ενέργεια, διψασμένος για αυτό που θα σου δώσει ξανά ζωή και ψάχνεις με λύσσα την πηγή.Αγοράζεις πράγματα, ξεκινάς νέες δραστηριότητες, ακολουθείς παρορμήσεις για χόμπυ-σεμινάρια-γνώσεις-σπορ, μα κάθε φορά καταλήγεις να αναρωτιέσαι γιατί ούτε αυτά ήταν η λύση.

Γιατί άραγε;

Μην είναι λίγα όσα υπάρχουν σ’ όλο τον κόσμο και θα μπορούσαν να σε γεμίσουν; Μήπως δεν έχεις ήδη όμορφα πράγματα στην ζωή σου; Έχεις. Και το ξέρεις. Τότε; Μήπως είναι όλα τόσο φτωχά που δεν σου δίνουν αυτό το «κάτι»; Όχι. Αφού και τα ωραία που έχεις ξέρεις κι εκτιμάς και από κάθε νέα «πετριά» που ακολούθησες ψάχνοντας, έχεις αποκομίσει εφόδια.

Γιατί όμως έχεις πάλι αυτό το ενοχλητικό ανικανοποίητο να σε γαργαλάει;

Είναι που πριν δοκιμάσεις να ξεδιψάσεις από όλες αυτές τις πηγές, δεν βρήκες το θάρρος να αντιμετωπίσεις αυτό που σε ροκανίζει λίγο λίγο με τα δοντάκια του, να παλέψεις μαζί του, να πατήσεις πόδι και να του πεις: «Δεν μ’αγγίζεις πια. Ό,τι έφαγες, έφαγες. Ως εδώ».

Facebookαπεξάρτητη τώρα!

Ας πούμε ότι λες μια ωραία πρωία «θα διαγράψω τη σελίδα μου στο facebook». Νιώθεις πως αυτός ο κύκλος έκλεισε, έδωσε ό,τι είχε να σου προσφέρει, ξέρεις ότι κάποιες δυνατότητές του μπορείς να τις βρεις και αλλού και άλλες που δεν μπορείς, δεν σου είναι σημαντικές. Ανακαλύπτεις ότι –ακόμα και αν δεν ήσουν τόσο εξαρτημένος απ’ αυτό- υπήρχαν στιγμές που σε παρέσυρε σπαταλώντας πολύτιμο χρόνο σου και είσαι μια χαρά χωρίς αυτό.

Όσο τρέχει ο καιρός, πέφτεις συχνά πάνω αποδείξεις για το πόσο αυτό το μέσο κοινωνικής δικτύωσης έχει τρυπώσει παντού και υπάρχει ένα ολόκληρο σύστημα που σε κατευθύνει στην fb-φάκα. Αμ δε!Θα ξεγλιστρήσω εγώ, είμαι έξυπνο ποντικάκι! Και τα καταφέρνεις. Απλώς, αν είσαι παρατηρητικός, δεν μπορείς να μη «δεις» ότι κάποιοι προσπαθούν να σου περάσουν το μήνυμα του «δεν μπορείς να μην έχεις facebook, είσαι εκτός μόδας, δεν εντάσσεσαι σ’ αυτή τη φοβερή παρέα, είσαι εκτός τόπου και χρόνου». Τι λέτε; Σοβαρά; Είμαι εντελώς εντός τόπου και χρόνου, ίσως πιο πολύ από αυτούς που ξεχνιούνται και βυθίζονται στην αποβλάκωση ωρών ενασχόλησης με το τι έκανε ο τάδε ή ο δείνα, πού βρισκόταν χθες, με ποιον τα έπινε, πότε είδε ταινία, πότε κολύμπησε, τι έφαγε. Είμαι εντελώς εντός αυτού που λέγεται ουσιαστική επικοινωνία, γιατί όταν θέλω να δω έναν φίλο(κανονικό, όχι facebook-ικό), τον βλέπω απέναντί μου και μιλάμε έχοντας αληθινή επαφή και εισπράττω μέσω των ματιών και της κινησιολογίας του αυτά που αισθάνεται, αυτό που τον πονάει τούτη την εποχή, εκείνα που του δίνουν χαρά και λάμπει όταν τα αναφέρει.

Όσο λοιπόν και αν προσπαθεί ένα σύστημα να με βάλει στο τρυπάκι με διάφορους –έμμεσους ή άμεσους- τρόπους να κάνω τα πάντα μέσω facebook, εγώ θα είμαι ένα ευέλικτο και γρήγορο ποντικάκι που θα ξεφεύγει από τη φάκα. Όσο υπάρχουν ιστοσελίδες που ακόμα και για να γίνω μέλος τους και να μπορώ να παρακολουθώ ενδιαφέροντα πράγματα, θέλουν να συνδεθώ μέσω fb, όσο κάθε άρθρο που διαβάζω με παροτρύνει να το μοιραστώ στο fb, όσο και αν μου λένε κάποιοι ότι δεν έχουν τρόπο να επικοινωνήσουν μαζί μου γιατί δεν έχω fb(θαρρείς και άλλοι τρόποι δεν υπάρχουν), εγώ θα αντιστέκομαι. Όχι από εμμονή ή πείσμα, αλλά γιατί θέλω να επιλέγω εγώ π.χ. το πώς θα με βρουν άνθρωποι αν θέλουν να μου μιλήσουν και όχι να με κατευθύνουν εκείνοι σε μια διαρκή προσκόλληση σε ένα δήθεν μέσο επικοινωνίας, τάχα γιατί είναι δωρεάν (γράψτε μου email, είναι κι αυτό δωρεάν) ή επειδή είναι εξαρτημένοι από την οθονίτσα που έχουν σκυμμένο το κεφάλι ολημερίς.

Κι αν θέλω να διαφημίσω κάτι ή να το μοιραστώ, να εκφράσω τις σκέψεις μου και να ανταλλάξω απόψεις, υπάρχουν κι άλλοι τρόποι. Κι αν κάποτε θελήσω να επανέλθω, δεν θα έχω πρόβλημα να το κάνω. Θα είναι όμως επειδή θα το θελήσω εγώ, όχι γιατί κάποιοι ρίχνουν συνέχεια μπροστά μου ένα γαλανόλευκο κουμπάκι, λες και αν δεν ανήκω εκεί, δεν είμαι κάτι. Δεν είσαι σημαντικός επειδή κάνεις cool πράγματα στο facebook. Είσαι σημαντικός, αν προσφέρεις υποστήριξη σε ανθρώπους όταν το χρειάζονται, αν προσπαθείς να βελτιώνεσαι, αν παλεύεις για αυτογνωσία, αν εμπλουτίζεις τον εσωτερικό σου κόσμο, αν κυνηγάς το όνειρό σου, αν ψάχνεις (χάνεις, βρίσκεις ξανά)τις ισορροπίες σου, αν βλέπεις τα λάθη σου και μάχεσαι για την μη επανάληψή τους αναζητώντας τα διδάγματα και προχωρώντας. Αυτά βέβαια, δεν αποκλείεται να τα κάνει κάποιος που έχει προφίλ στο facebook. Ούτε είμαι κατά όποιου είναι μέλος του. Με μια συγκεκριμένη μερίδα έχω πρόβλημα, ή -για την ακρίβεια- προβληματισμό). Είναι εκείνοι που αφήνονται να τους χειριστεί το facebook αντί να το χειρίζονται αυτοί και κυρίως μια άλλη,μεγάλη μερίδα ανθρώπων που θεωρούν πιο σπουδαίο αυτό που είναι ως προσωπικότητες μέσα σ’ εκείνη τη σελίδα απ’ό,τι αυτό που είναι στην ίδια τη ζωή.

Πτήση Α3902

 Ο πιλότος έχει ήδη τελειώσει την ανακοίνωσή του, το πλήρωμα είναι επί ποδός για την εξυπηρέτησή μας, οι οδηγίες για την ασφάλειά μας σε περίπτωση ανάγκης έχουν προβληθεί.

Ένας έφηβος δίπλα μου απολαμβάνει την αγαπημένη του μουσική με την ένταση στο τέρμα, έτσι που ο ήχος φεύγει απ’ τα μικρά του ακουστικά και φτάνει στ΄αυτιά μου. Ένας κύριος έχει σηκωθεί για να πάρει την χειραποσκευή του. Στο πρόσωπό του είναι ζωγραφισμένη εκείνη η όψη του ανθρώπου που ό,τι «γεύεται» το βρίσκει ξινό και όλοι τον εκνευρίζουν. Ο τύπος που μοιάζει με τον πρωταγωνιστή του «you ‘re so vain» της Carly Simon στην λίγο πιο ευτραφή εκδοχή του, παρατηρεί τον χώρο με μια ηρεμία στο βλέμμα και μια κοπέλα διαμαρτύρεται για την μικρή χωρητικότητα των ντουλαπιών με τις χειραποσκευές.

Καθένας μας βυθισμένος στις δικές του σκέψεις, κουβαλώντας τα δικά του προβλήματα, τις χαρές, τις διαθέσεις του. Πολλοί μικρόκοσμοι στριμωγμένοι σ’ έναν χώρο, κι όλα αυτά ψηλά στον ουρανό, μακριά από την συνηθισμένη καθημερινότητα.Είμαι έτοιμη για μια κοινή διαδρομή με ολότελα ξένους ανθρώπους που το μυαλό μου μπορεί να τους «δει» οικείους, όταν η φαντασία γεννά ενδεχόμενα.

Τι θα γινόταν αν υπήρχε πρόβλημα στην διάρκεια της πτήσης μας;Τι θα συνέβαινε αν κινδυνεύαμε, αν είχαμε έναν αεροπειρατή με όπλο να μας απειλεί; Όλα αυτά τα διαφορετικά πλάσματα, όλες αυτές οι ψυχές που ενδέχεται να μην μπορούσαν να ταιριάξουν σε τίποτα στην καθημερινότητα, θα ενώνονταν απέναντι στην ίδια ανάγκη. Οι πιο ψύχραιμοι θα προσπαθούσαν να ηρεμήσουν τους υπόλοιπους, όσοι είναι στον χώρο της υγείας θα αισθάνονταν την ανάγκη να στηρίξουν κάποιον που ένιωσε δυσφορία, οι γυναίκες που έχουν βιώσει την μητρότητα θα προφύλασσαν ίσως ακόμα και παιδιά άλλων που κάθονται κοντά τους, οι αεροσυνοδοί θα πάσχιζαν να μας μεταδώσουν αισιόδοξα μηνύματα ώστε να νιώσουμε ασφάλεια. Θα μοιραζόμασταν την αγωνία μας, θα αφηνόμασταν ελεύθεροι από τα στεγανά της εικόνας μας που έχουμε συνηθίσει να συντηρούμε, θα εκφραζόμασταν, θα αναπτύσσαμε φιλικές σχέσεις μέσα από ζεστές στιγμές που θα προέκυπταν εδώ κι εκεί. Το δέσιμο θα ερχόταν πιο γρήγορα λόγω κοινού κινδύνου, ο χρόνος θα είχε εντελώς διαφορετική έννοια πια. Ίσως να γινόμασταν πιο ανθρώπινοι, ίσως κάποιοι να εξέπλητταν και τον ίδιο τους τον εαυτό ανακαλύπτοντας μια πιο δοτική πλευρά τους.

Τους κοιτάζω και φαντάζομαι πόσο τρελή θα με χαρακτήριζαν αν διάβαζαν την σκέψη μου. Χαμογελάω και συνεχίζω να διαβάζω, λέγοντας στον εαυτό μου ότι όλα θα πάνε καλά και θα προσγειωθούμε κανονικά στην Λάρνακα. Απλώς, να, ήθελα να ξέρω ότι σε περίπτωση που χρειαζόταν, θα γινόμασταν όλοι μια γροθιά.

The winner doesn’t take it all.

  Αυτή την τρομερή τελειομανία που προσπαθούν να φυτέψουν μέσα μας από μικρή ηλικία, δεν την καταλαβαίνω. Επιπλέον, με θυμώνει πολύ. Όταν σ’ αυτή προστίθεται ο σπόρος για το κυνήγι της νίκης, τότε εξαγριώνομαι. Αν προσέξουμε, συνήθως είναι πολύ γλυκός και έμμεσος(ίσως ύπουλος ενίοτε) ο τρόπος με τον οποίο περνιούνται τα μηνύματα αυτά στα παιδιά. Ξεκινά με το σχολείο, όπου «ο Γιωργάκης έχει καλύτερο έλεγχο από σένα. Τι λιγότερο έχεις εσύ και δεν μπορείς να πάρεις ‘Α’ σε όλα τα μαθήματα;» και συνεχίζεται με έναν άλλο Γιωργάκη, Πέτρο, Ελένη που είναι απουσιολόγος ενώ εσύ δεν είσαι. Αυτά ακολουθούνται από τον «ξάδερφό σου που μπήκε στο Πανεπιστήμιο ενώ εσύ έμεινες απ’ έξω», «τον συνάδερφο που είναι ανώτερος από σένα στην ιεραρχία και πρέπει να τρέξεις να αναρριχηθείς κι εσύ» και το παραμυθάκι επεκτείνεται με «τους φίλους σου που έχουν παντρευτεί πριν από σένα και έχουν παιδιά, ενώ εσύ θα πεθάνεις μόνος κι άκληρος».

Αυτό το τρενάκι του διαρκούς ανταγωνισμού, συχνά σημαδεύει ανθρώπους για ολόκληρη την ζωή τους. Επικεντρώνονται στο να ξεπεράσουν τον τάδε ή τον δείνα ενώ κατ’ εμέ, θα ήταν προτιμότερο να προσπαθούν να είναι καλύτεροι από τον προηγούμενο εαυτό τους. Ο στόχος είναι η πρόοδος, η προσωπική εξέλιξη, τα βήματα προς τα εμπρός, η ωρίμανση αντί απλώς για την πρόσθεση χρόνων στον αριθμό που δηλώνει κάθε φορά την ηλικία. Και τελικά, τι είναι επιτυχία και τι είναι νίκη; Αυτές οι λέξεις έχουν το ίδιο περιεχόμενο για όλους; Κι αν συγκεντρώνω όλες τις δυνάμεις μου για να προσπεράσω τους άλλους στον …αγώνα, πότε προλαβαίνω να ασχοληθώ με την προσωπική και εσωτερική μου εξέλιξη; Επίσης, το θέμα μας είναι το αποτέλεσμα ή το τι έχουμε διδαχθεί για εμάς και την ζωή στην διάρκεια της μάχης; Πάει ο Καβάφης και η αξία του ταξιδιού; Τα ξεχάσαμε;

Η διαδρομή, όσα μαθαίνουμε σε κάθε μάχη, σε κάθε προσπάθεια σε κάθε τομέα της ζωής μας, αυτό έχει αξία. Πολλές φορές (ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ) αυτός που έχει κερδίσει το έπαθλο, έχει γράψει πολύ λιγότερα πράγματα στο βιβλίο της εσωτερικής ανάπτυξης. Άλλοτε πάλι όχι. Κέρδισε κι αυτός πολλά. Αλλά, οι υπόλοιποι; Αυτοί που ίδρωσαν, πάλεψαν με τον εαυτό τους, αφιέρωσαν χρόνο και ενέργεια στον δρόμο προς τον στόχο αλλά τελικά δεν νίκησαν, είστε σίγουροι ότι είναι ηττημένοι; Μπορεί να μην νίκησαν κάποιον αλλά κέρδισαν πολλά. Βίωσαν πολλά, κατέκτησαν και ξεπέρασαν ακόμα περισσότερα και είναι άλλοι άνθρωποι πια. Ας τελειώνουμε λοιπόν με αυτή την καραμέλα του «the winner takes it all», γιατί συχνά δεν προσφέρει τίποτα άλλο από το να κλονίζει την πίστη στον εαυτό μας και να μας τυφλώνει, κρύβοντας όσα κατακτήσαμε.The winner doesn’t take it all.