Ελευθερ(ι)ος

www.psomiadouanthi.com Ελευθερ(ι)ος από το άπιαστο..

Μια φορά κι έναν (τωρινό αλλά και παντοτινό ταυτόχρονα) καιρό, υπήρχε ένα παιδί που όλοι το φώναζαν «Τέρη». Είχαν συντομεύσει το «Λευτέρης» που με τη σειρά του είχε προκύψει από συντόμευση του «Ελευθέριος». Ο Ελευθέριος λοιπόν, ένιωθε συχνά κουρασμένος -όχι τόσο σωματικά όσο ψυχολογικά- παρόλο που ήταν μόνο έξι ετών. Έχοντας πολλή επαφή με τον εαυτό του (ακριβώς επειδή ήταν ακόμα έξι ετών), καταλάβαινε αυτό που του συνέβαινε αλλά δεν μπορούσε να το εξηγήσει.

Ένα πρωί, ξύπνησε από τον ίδιο εφιάλτη που τον είχε ταράξει αρκετές φορές. Οι γονείς του δεν είχαν αντιληφθεί ακόμα ότι είχε ανοίξει τα μάτια(όπως συχνά οι γονείς δεν προσέχουν ότι τα παιδιά έχουν μόνιμα ανοιχτά τα «μάτια»), κι έτσι αποφάσισε να μείνει στο κρεβάτι του και να σκεφτεί για ποιο λόγο το όνειρο αυτό ερχόταν ίδιο ξανά και ξανά στις νύχτες του.

Άρχισε να το βλέπει -ξύπνιος πια- μέσα στο μυαλό του και να το επαναλαμβάνει για να μπορεί να το παρατηρήσει.

Είναι σε ένα λιβάδι. Γύρω του ένας κύκλος φτιαγμένος από ανθρώπους μεγάλους. Ενήλικες. Μιλάνε όλοι μαζί ταυτόχρονα και στην αρχή του ονείρου δεν διακρίνεται καμιά λέξη τους. Σιγά σιγά, τρεις λέξεις καταφέρνουν να ξεχωρίσουν μέσα στην οχλαγωγία. «… αυτό να είσαι …». Ένα πέρασμα ανοίγουν οι ενήλικες καθώς του δείχνουν κάτι μπροστά και σχετικά ψηλά. Είναι ένα μπαλόνι. Μάλλον θέλουν να το πιάσει. Έτσι, αρχίζει να το κυνηγά. Κάθε φορά που καταφέρνει να το αγγίξει, εκείνο ξεγλιστρά μέσα από τα χέρια του. Και όλο αλλάζει χρώμα και σχήμα. Δεν είναι σταθερό ούτε στη θέση αλλά ούτε και στη μορφή. Σαν να προσαρμόζεται κάθε φορά σε αυτά που θέλουν οι φωνές. Συνεχίζει να τρέχει και αρχίζει να νιώθει κουρασμένος. Οι φωνές δεν μοιάζουν να χαμηλώνουν, παρόλο που οι ενήλικες έχουν μείνει πίσω. Είναι σαν να τον ακολουθούν οι λέξεις τους. (Μα, πώς το καταφέρνουν αυτό; )

Όταν πια κατάκοπος έχει περάσει τόσα όμορφα τοπία που δεν έχει δει -αφού η προσοχή του είναι στραμμένη στο μπαλόνι-, φτάνει κοντά του χωρίς πάλι να το πιάνει αλλά αυτή τη φορά διακρίνει κάτι που είναι γραμμένο πάνω. «Καλό παιδί».

Το όνειρο τον τρόμαζε ακόμα και μ’ αυτό τον τρόπο· με το να το φέρνει απλώς στον νου του, γνωρίζοντας ότι δεν κοιμάται.

Ξάφνου, ο Ελευθέριος συνειδητοποίησε ότι μετά τον τρόμο αυτόν, γεννιόταν κάτι μέσα του όμοιο με την ίδια κούραση που αισθανόταν εδώ και καιρό στην καθημερινότητά του. Αυτή η στιγμή που συνέλαβε την ομοιότητα, του έδωσε την ίδια ζεστασιά που ένιωθε όταν ξαφνικά ο ήλιος εμφανιζόταν σε μια κρύα μέρα.

Και τότε ήξερε από τι ήταν κουρασμένος. Κυνηγούσε συνέχεια εκείνον τον -άπιαστο πάντα- τίτλο «Καλό παιδί» που καθένας γύρω του τον σχηματοποιούσε όπως ήθελε.

«Καλημέρα Τέρη μου!», είπε η μαμά του μπαίνοντας στο δωμάτιο. Εκείνος την αγκάλιασε και χωρίς να ξέρει καν το γιατί και το πώς, είπε αυθόρμητα: «Πώς μου είχες πει ότι είναι το κανονικό μου όνομα, μαμά»; «Ελευθέριος». «Να με φωνάζετε καλύτερα έτσι»;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: