Απ’ το «εγώ» στον εαυτό.

Photo by Elia Pellegrini on Unsplash

Εκείνη η λασπωμένη ηχώ που έρχεται από μέσα σου,
υποσυνείδητος ψίθυρος έγκλειστος μέσ’ το δέρμα σου,
συγχίζει όλες τις φωνές που ζουν στον νου τον υλικό
κι όλα διαστρεβλώνονται, χτίζοντας ένα μπερδεμένο «εγώ».
Το υλικό που μάζεψες από παρερμηνείες,
από ποικίλα ερεθίσματα και γονέων αστοχίες,
πλάθει ένα φίλτρο μέσα σου που όλα επηρεάζει.
Δρας σαν αυτό να είσαι εσύ, έρχεται και σε αλλάζει.
Όμως τα αντίθετα πάντοτε πηγαίνουν χέρι χέρι.
Έτσι, εκτός από σκότος εντός έχεις και φως που ξέρει
ποιος είναι ο αληθινός εαυτός, τι ειδους ουσία φέρει.
Μ’ αυτού τα χέρια πιάσε λοιπόν της λάσπης το περιεχόμενο.
Στον αέρα σήκωσε, φώτισε ό,τι απώθησες εκεί μικρός.
Γονείς κατάλαβε καλά, εξήγησε και μάθε,
συγχώρα ό,τι ως γήινοι κι αυτοί είχαν στις δικές τους λάσπες.
Για χάρη σου συγχώρεσε, γιατί αλλιώς μπροστά σου
σαν φαντασμα θα έρχεται η εκκρεμότητά σου.
Ελεύθερα κι υπεύθυνα βάδισε γιατί είσαι ο μόνος
αρμόδιος για σένα πια και στέκεσαι έτσι όρθιος.
Αυτόνομος από το «πριν», ανάλαφρος, χωρίς βαρη.
Με δύναμη αληθινή, όχι από φόβου ψευτο-καμάρι.
Ξέροντας γιατί συγχώρησες άλλους κι εσένα για εκείνα
που δεν έβλεπες παλαιότερα μη έχοντας τα «εργαλεία»,
χειρίζεσαι τη δύναμη μόνο εκεί που χρειάζεται.
Δεν την κάνεις κακοποίηση προς ό,τι διαφορετικό εκφράζεται.
Όλα γύρω εκδηλώνονται γιατί σκοπό τους έχουν
να «ανοίξεις» την αντίληψη· διεύρυνση ενέχουν.
Για να ‘ρθει εκείνη η στιγμή που το εδώ πρόσωπο σου
θα έχει πια επεκταθεί στον όλο εαυτό σου.

Εκ μέρους του Πινόκιο

Πηγή φωτογραφίας: Pixabay — Victoria Borodinova



Ψεύδομαι και αυτό είναι προφανές.
Η μύτη μου προδίδει του λόγου το μη αληθές.
Θέλω να γίνω σαν τα άλλα παιδιά·
όχι από ξύλο, μα με σάρκα και οστά.
Όχι επειδή το υλικό μου δεν έχει αξία,
αλλά γιατί το «είμαι» έχει ευρύτερη σημασία.
Όπως οι άνθρωποι, έτσι κι εγώ
τον εαυτό μου κοροϊδεύω, σαν να ‘ναι ό,τι πιο εύκολο.
Έχει κι αυτό το κόστος του, ε;
Τίποτα δεν έχει μόνο κέρδος, έτσι Θεέ;
Ξέρω ότι είμαι αφελής πολύ συχνά.
Κάποτε πίστευα ότι όλα είναι ευχάριστα ή δυσάρεστα.
Εν τέλει αυτά απλώς είναι, μόνο εκδηλώνονται,
μα η θαμπωμένη μου ματιά ρούχο τα κάνει να φορτώνονται.
Προσπαθώ σκληρά για τον τίτλο «καλό παιδί».
Πολύ απαιτητικός. Έχω εξαντληθεί!
Είναι ασαφής, θολός και ασταθής.
Αν δεν τον ορίσεις μόνος, μπορεί να τρελαθείς.
Σαν από άμμο το σχήμα που του δίνει κάθε ένας,
φυσάει ενός άλλου ο άνεμος κι οι κόκκοι αλλάζουνε με μιάς.
Αλλάζουν θέση πλάθοντας το νέο μου καθήκον
και τρέχω πάλι ο δύσμοιρος με άλματα δώδεκα ίππων!
Μάλλον δεν είναι εκεί ο σκοπός, άλλος να μου ορίζει
τι είναι να γίνω ή να «δω» σ’ αυτό το μετερίζι.
Μάλλον εδώ σε εμένα πρέπει να εστιάσω,
εδώ να είναι το κέντρο μου και ο άξονας: το έσω.
Όταν δένω τη γλώσσα μου και δεν ηχώ άνευ λόγου,
τότε σαν να αφουγκράζομαι τους ψίθυρους του Όλου.
Σαν καταλάβω το όλον μου, αν συνειδητοποιήσω
τι είμαι πέρα απ’ το σώμα μου, τι μένει όταν τ’ αφήσω
και πάω πιο έξω απ’ το υλικό που διάλεξε ο Τζεπέτο,
τότε θα δω ότι εξ αρχής δεν ήμουν ξύλο σκέτο.
Μα σαν κάτι απ’ την προσπάθεια να μην πάει χαμένο,
σαν η ευθύνη κι ο μόχθος μου να γράφουν πεπρωμένο.
Σταδιακά αποκαλύπτεται τι είχε κρύψει η πλάνη,
μαθαίνω τι είναι το «είναι» μου την ψευδαίσθηση όταν χάνει.
Και δείτε! Όσο μάχομαι να μάθω τον εαυτό μου,
μια μετεξέλιξη σημειώνεται, οδεύω προς το αιώνιό μου.
Τι άλλο είναι λοιπόν η ιστορία μου,
αν όχι μια ακόμα ωδή στη μεταμόρφωση;
Η βούλησή μου ανέδειξε τη δύναμη για ανόρθωση.
Μα είχε και για σύμμαχο ουσία αξεπέραστη·
η αγάπη του Τζεπέτο παρούσα και αγέραστη.
Για να αρθεί κάποιος εκεί που μέσω της αγάπης
γίνεται δάδα φωτεινή, το μάννα όλης της πλάσης,
χρειάζεται να αγαπά χωρίς να περιμένει
αντάλλαγμα, επιβράβευση και κάποιον να ‘χει να «δένει».
Πρώτα για μένα αγαπώ, για την ίδια την ιδέα
που το είδωλό της βλέπω εδώ στο κάτοπτρο, στη «σφαίρα».
Μ’ αυτό τον τρόπο είν’ υγιής η τροφή αλλού που δίνω,
μόνο αν δαμάζω το «εγώ», πιο ευρύς απ’ αυτό αν γίνω.
Και να που κάτι έκανα, πήγα πέρα απ’ το ξύλο.
Σάρκα με ντύνει τώρα πια και είμαι άρρεν φύλο.
Μα βλέπω ότι και ως άνθρωπος, δεν είμαι δίχως έγνοιες.
Δεν έληξε η ιστορία μου, έχει διευρύνσεις νέες·
νέες μα με πολλά κοινά μ’ όσες έχουν περάσει.
Ω, κυκλικές πορείες και σπείρες, πού εν τέλει αυτό θα φτάσει;
Λέω ν’ αφήσω τις γκρίνιες μου και να βουτήξω πάλι
μέσα στον νέο ωκεανό να δω πού θα με βγάλει.
Μπορεί να μείνω στον βυθό, να τελειώσω στον πυθμένα,
μπορεί όμως και από εκεί να βγω σε ουράνια λημέρια.
Κι έτσι σαν έρθει η ώρα μου όλα να τα «συλλάβω»,
δεν θα υπάρχει δίλημμα σε ποια αγκαλιά να εισβάλλω.
Είναι μάλλον η μοίρα μου μετά το χώμα που πατώ
αιθέριο να ‘ναι το σπίτι μου, σ’ αιώνια παρέα να μπω.
Ίσως να μάθω όσο είμαι εδώ οι κύκλοι τι προσφέρανε.
Οπότε, έτσι Ουρανέ, ίσως και να πω το «ναι».

Εσύ ο κυνηγός, εσύ και το θήραμα.

πηγή φωτογραφίας: publicdomainpictures.net

Σε διάφανη γυάλα διάλεξες να ζεις.
Ως φρούριο την έφτιαξες για να προστατευτείς.
Μέσα στον άκαμπτο θόλο σου θαυμάζεις την πυγμή σου·
αφού όλοι είναι έξω εκεί, δεν θες πια το σπαθί σου.
Τέλος οι μάχες, ο κίνδυνος, ο πόνος κι οι απειλές.
Τα τέρατα που σε έψαχναν, εμπόδιο τα κόβει λες.
Ομοίως με τις λήψεις σου κι η εκπομπή δυσχεραίνει.
Η επικοινωνία σου είναι διαστρεβλωμένη.
Πώς να γνωρίσει κάποιος το αληθινό «εγώ» σου;
Έχεις ξεχάσει πια κι εσύ ποιος είναι ο εαυτός σου.
Μα λίγο λίγο, διαυγής γίνεται η ενατένιση
και βλέπεις πως ο δράκος δεν δήλωσε παραίτηση.
Το γυάλινο το κέλυφος δεν του ‘κοψε τη φόρα,
γιατί μέσα του ήτανε από την πρώτη ώρα.
Και πριν το ψευδο-οχύρωμα οι έξω αντίπαλοί σου
μια προβολή ήταν του νου, του φόβου αντίλαλοί σου.
Καμιά κρυψώνα δεν μπορεί να σώσει τον εαυτό σου.
Το τέρας που σε ορέγεται, έγκλειστο είναι εντός σου.
Αφού τον φέρεις μέσα σου λοιπόν τον κυνηγό σου,
μόνο εσύ είσαι ο λυτρωτής, η σωτηρία, το φως σου.


Αλίμονο

Δικαιώματα φωτογραφίας: Eurokinissi

Αλίμονο σ’ εκείνους που ζουν τρέφοντας την επιθυμία τους για εξουσία. Όσο πιο πολύ την ταΐζουν, τόσο περισσότερο πεινάει.

Αλίμονο σ’αυτούς που δε συνειδητοποιούν ποτέ με ποιους τρόπους αντιδρούν στην έλλειψη.

Αλίμονο σ’ εκείνους που έχουν το μαύρο κουτί του υποσυνείδητού τους ως έναυσμα για εκδίκηση, αντί για ενδοσκόπηση.

Αλίμονο στους μη αυτο-κυρίαρχους. Η παρουσία αυτού του «μη», πάντα δημιουργεί την ανάγκη να κυριαρχήσουν σε άλλους ή να κυριαρχηθούν από άλλους.

Αλίμονο σ’ εκείνους που συγχέουν την αυτοπεποίθηση με την αλαζονεία (ή και τη βία) κάποιου αισθήματος κατωτερότητας.

Αλίμονο σ’ αυτούς που κάνουν κατάχρηση της εξουσίας που τους προσφέρθηκε και προδίδουν την εμπιστοσύνη που τους δηλώθηκε.

Αλίμονο σ’ εκείνους που δε μαθαίνουν ποτέ να διακρίνουν ποιος αξίζει την εμπιστοσύνη τους.

Αλίμονο σε όσους σφυρίζουν αδιάφορα  μπροστά στα σημάδια που η σπειροειδής  πορεία των ανθρώπινων εκδηλώσεων στην ιστορία, έχει δείξει τι προμηνύουν.

«Ιθάκες» αθλητικές…

Φωτογραφία από Sammie Vasquez , στο Unsplash

Έφτασε κάθιδρη στη γραμμή τερματισμού.
Καρδιά και αναπνοή ηχούσαν ρυθμικά, προσμένοντας μια φωνή να τις ακολουθήσει.

Είχε κερδίσει το χρυσό μετάλλιο. Χαρά. Ικανοποίηση. Κι ένας ιδρώτας μόχθου που σαν να μην είχε σταματήσει σε όλη τη διάρκεια της προετοιμασίας. Τέσσερα χρόνια ιδρωμένη.

Η φωνή του νου ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα των παλμών και της αναπνοής, επαναλαμβάνοντας:

Γι’ αυτή τη στιγμή έγιναν όλα λοιπόν;

Οι παλάμες άφησαν τα γόνατα, το σώμα ευθυγραμμίστηκε και βυθίστηκε σε αγκαλιές.

Λεκτικά και μη λεκτικά σήματα, μετέδιδαν ατόφια χαρά. Μάτια υγρά, χαμόγελα ειλικρινή και περηφάνια.
Οι φωνές ακούγονταν σαν από τα έγκατα της γης. Η προσοχή της είχε στραφεί εντός. Ήταν συγκινημένη από κάτι δυνατότερο των εξωτερικών εκδηλώσεων· από κάτι μη ξεκάθαρο ακόμα.

Η στιγμή της απονομής έφτασε. Ο εθνικός ύμνος συνόδευσε τον χορό της ενέργειας στον χώρο του σταδίου.

Και η φωνή διερωτήθηκε ξανά…

Γι’ αυτό που κρέμεται στο στήθος μου έγιναν όλα λοιπόν;
Γι’ αυτό ο ιδρώτας τεσσάρων χρόνων;

Γιατί οι πρόγονοί μου έστεφαν απλώς με κλαδί ελιάς τους νικητές των Ολυμπιακών αγώνων; Γιατί μόνο αυτό;
-Επειδή η ουσιαστική επιβράβευση είχε έρθει ήδη ενόσω ο αθλητής προετοιμαζόταν και αγωνιζόταν, εαυτέ μου. Αυτό ήταν το έπαθλο· ο ίδιος ο «ιδρώτας» και η υπέρβαση των ορίων των δυνατοτήτων που ο αθλητής θεωρούσε ανυπέρβλητα για εκείνον ως τότε. Μια νίκη είχε συντελεστεί ήδη κατά τη διάρκεια της συνειδητής εργασίας του για ανύψωση. Το κλαδί ήταν απλώς ο συμβολισμός.
Ένας συμβολισμός· το επιστέγασμα του άθλου που είχε φέρει εις πέρας.

Δεν έχει αξία το μετάλλιο;
-Όσα συντελέστηκαν ως αυτό τού προσδίδουν αξία. Ήταν βέβαια και η αφορμή για την εκκίνηση. Όμως, αν καταστραφεί, αν το χάσεις ή το χαρίσεις, αυτό δεν θα ανατρέψει την εξέλιξη που έχει ήδη σημειωθεί μέσα σου. Αυτής η πορεία είναι στο δικό σου χέρι.
Το μετάλλιο είναι απλώς ένα αντικείμενο. «Κι αν πτωχική τη βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε«.

Και κάπως έτσι, όλα ήταν ξεκάθαρα και στη θέση τους. 

Σιγοψιθύρισε «Χαίρε, ω χαίρε λευτεριά»,  άγγιξε εν μέσω χειροκροτημάτων το χρυσό σύμβολο που κρεμόταν απ’ τον λαιμό της και κοίταξε ψηλά χαμογελώντας, αφού είχε καταλάβει πια «οι Ιθάκες τι σημαίνουν».