
Όταν η θλίψη γιγαντώνεται και δρα στρυμωγμένη στο στήθος του, όταν η ατμόσφαιρα γίνεται αποπνικτική, μια λυτρωτική ικανότητα αναδύεται από μέσα του· η ικανότητα να εστιάζει στη σιωπή, στην ησυχία που υπάρχει δίπλα στους ήχους, στο άηχο που αιωρείται παράλληλα με την οχλαγωγία.
Κι όταν η έλλειψη θορύβου μέσα του διαρκεί, ντύνεται ο κόσμος γαλήνη. Ξέρει ότι όλα είναι όπως πρέπει να είναι, ότι η ζωή γνωρίζει, ότι το νόημα βρίσκεται στο «είμαι», χωρίς κάτι να το ακολουθεί. Ότι το «είμαι» υπερνικά το «κάνω», το «έχω», το «σκέφτομαι», το «επιθυμώ», το «φοβάμαι».
Ό,τι «βλέπει» τότε, δε χωρά σε λέξεις. Όταν μιλά η σιωπή, κανένα κοινό λεξικό δεν αναγνωρίζει τον λόγο της. Μόνο εκείνο του καρδιακού νου ή της νοήμονος καρδιάς που λίγοι έχουν ανακαλύψει στη «βιβλιοθήκη» τους, αλλά κάποτε θα ανακαλύψουμε όλοι.